Δεν χρειάζεται να ειπωθεί τίποτα. Το χρήμα αρκεί από μόνο του. Είναι πάντα παρόν, όχι ως απειλή αλλά ως πλαίσιο. Ορίζει τον χώρο, τον χρόνο και τις επιλογές, χωρίς να σηκώνει φωνή. Μέσα σε αυτό κινείσαι· έξω από αυτό δυσκολεύεσαι.
Η χειραγώγηση δεν φαίνεται γιατί δεν πιέζει. Χτίζεται με «διευκολύνσεις», με σιωπές που βαραίνουν περισσότερο από λέξεις, με επιλογές που μοιάζουν ελεύθερες αλλά έχουν ήδη καθοριστεί. Η εξάρτηση δεν επιβάλλεται εγκαθίσταται. Και όταν εγκατασταθεί, δεν χρειάζεται πια να εξηγηθεί τίποτα.
Το χρήμα περιμένει. Δεν βιάζεται. Περιορίζει αθόρυβα, μέχρι να μετατοπιστεί η ισορροπία και να γίνει κανονικότητα. Τότε ο έλεγχος δεν ασκείται απλώς θεωρείται δεδομένος.
Και το πιο σκοτεινό απ’ όλα: όποιος κρατά τα κλειδιά, δεν χρειάζεται να απειλήσει. Ξέρει ότι ο φόβος δουλεύει μόνος του.































